Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Με τις ευλογίες του ΕΔΔΑ

Του .ΑΝΩΝΥΜΟΣ.

Όσο μελοδραματικό και αν ακούγεται, η 18η Μαρτίου πράγματι αποτελεί κατά τη γνώμη μας την αποφράδα μέρα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιώματων μέσα στα πλαίσια των «προοδευτικών» κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η κατόπιν της υπ’ αριθμ. 30814/06 προσφυγής απόφαση της 18/03/2011 της μείζονος συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με ένα διάτρητο και ύποπτα διφορούμενο σκεπτικό που ελάχιστα θυμίζει το στέρεο δικανικό συλλογισμό παλαιότερων αποφάσεων υποβάθμισε τη μεγαλόπνοη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) σε ένα ουτοπικό ευχολόγιο, η εφαρμογή του οποίου είναι ακριβώς της ίδιας τυπικότητας και εντάσεως με αυτήν των επιταγών αντίστοιχων ελληνικών νομοθετημάτων.

            Είναι, όμως, δυνατόν το ΕΔΔΑ από ύστατο ανάχωμα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με αυξημένη και εγγυημένη ορθοκρισία να εκπίπτει ουσιαστικά σε ένα φθηνό πολιτικό δικαστήριο με προαποφασισμένη κατάληξη; Η απάντηση είναι μάλλον ναι (δεν γράφουμε «σίγουρα ναι» για να τηρήσουμε τα προσχήματα) και ειδικά όταν υπάρχει πιθανότητα να θιγούν τα «ιερά και τα όσια» του ελλοχεύοντος φανατισμού των χριστιανικών ευρωπαϊκών κρατών.

            Συνοπτικά τα περιστατικά έχουν ως εξής: η κ. L. αφού εξάντλησε όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα και βοηθήματα, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ κατά της Ιταλίας, χώρας της οποίας είναι πολίτης, με το σκεπτικό οτι η ανάρτηση του συμβόλου του σταυρού στις σχολικές αίθουσες προσβάλλει το προστατευόμενο από την ΕΣΔΑ δικαίωμά της να αναθρέψει τα τέκνα της σύμφωνα με τις δικές της θρησκευτικές αντιλήψεις καθώς επίσης προσβάλλει και το ίδιο το δικαίωμα των τέκνων της για θρησκευτική ελευθερία, αφού αναμφίβολα η ανάρτηση ενός τέτοιου συμβόλου στις σχολικές αίθουσες αποτελεί άσκηση προσηλυτισμού. Το έτερο διάδικο μέρος, το κράτος της Ιταλίας, διατείνεται οτι για το εν λόγω ζήτημα δεν υπάρχει εναρμονισμένη πρακτική ανάμεσα στα κράτη – μέρη της ΕΣΔΑ ενώ ισχυρίζεται επί της ουσίας οτι το σύμβολο του σταυρού στις δημόσιες σχολικές αίθουσες είναι μεν σταυρός αλλά όχι ακριβώς σταυρός σαν τους σταυρούς που ξέρουμε αλλά διαφορετικός (. . .τα ανωτέρω χωρίς καμμία διάθεση ειρωνείας. . .) αφού είναι σύμβολο έμφορτο με τις ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές του λαού (...?...) της Ιταλίας και δε δηλώνει κατ’ ανάγκη κάποια προτίμηση της πολιτείας προς συγκεκριμένο θρήσκευμα. Με άλλα λόγια, όποιος Ιταλός (χριστιανός ή μη, που να ψάχνεις τώρα με τόσους πράσινους . . .) όταν βλέπει σταυρό στην Ιταλία του θυμίζει κυρίως τη δημιουργία του εθνικού κράτους περίπου 150 έτη πρίν και αμυδρά κάποιο πρόσωπο αμφιβόλου υποστάσεως που έζησε στην περιοχή της Ναζαρέτ ή έστω υπέργηρους κυρίους με περίεργα καπέλα και πλουμιστές ενδυμασίες.
            Φυσικά, όπως ο οποιοσδήποτε εχέφρων άνθρωπος άνω των 5 ετών μπορεί να αντιληφθεί, το κύριο επιχείρημα του Ιταλικού κράτους είναι τουλάχιστον φαιδρό (δε λέμε μ***κία για να μην κατηγορηθούμε για μεροληψία) και δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει ακόμη και αν άπαντες οι δικαστές της συνθέσεως είχαν λοβοτομηθεί και παράλληλα απειλούντο με ανασκολοπισμό.

            Δυστυχώς, το ΕΔΔΑ εξέλαβε όλα τα παραπάνω με τον ίδιο τρόπο που τα αντιληφθήκαμε και εμείς. Και γράφουμε δυστυχώς, διότι ενώ καταρχήν δέχεται χωρίς απολύτως κανέναν ενδοιασμό οτι το σύμβολο του σταυρού είναι ένα σαφέστατα θρησκευτικό σύμβολο (και τα ρέστα είναι αερολογίες) προχωρώντας στο σκεπτικό του προβαίνει σε μια άτσαλη κωλοτούμπα (ή μήπως θεία φώτιση?) και εν ολίγοις νομολογεί οτι το σύμβολο αυτό είναι παθητικό και εάν δεν συνοδεύται από την αντίστοιχη διδασκαλία δεν μπορεί να θεωρηθεί οτι ασκεί έστω και έμμεσο προσηλυτισμό σε αυτούς που περνούν τις ώρες του υπό τη σκιά του. Συνεχίζοντας, το Δικαστήριο αναφέρει οτι η ανάρτηση αυτού του συμβόλου δεν αποτρέπει ή απαγορεύει τη συζήτηση και διδασκαλία γύρω από όλα τα θρησκεύματα ή τον εορτασμό των αντίστοιχων εορτών και καταλήγει επιστρατεύοντας την παννάκεια της διακριτικής ευχέρειας, σημειώνοντας οτι η ανάρτηση ή μη θρησκευτικών συμβόλων στις σχολικές αίθουσες εν πάση περιπτώσει εμπίπτει στο έυρος της διακριτικής ευχέρειας του κάθε κράτους αφού δεν
υπάρχει κάποια σχετική εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.

            Χρησιμοποιώντας την ελάχιστη λογική μας και απέχοντας από την προσπάθεια μια αμιγούς νομικής προσέγγισης του ανωτέρω σκεπτικού που σε αδρές γραμμές σας περιγράψαμε ανωτέρω, σε ένα συμπέρασμα καταλήγουμε: για την υπόθεση αυτή, το περίφημο ΕΔΔΑ, παρόπλισε  προσωρινά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί θρησκευτικής ελευθερίας και υπέκυψε στις πολιτικές πιέσεις των υπόλοιπων κρατών ενεργώντας, ως μη δικαιούτο εκ της θέσεώς του, ως άλλος Πόντιος Πιλάτος. Στο κάτω – κάτω, είναι βαρύ φορτίο το να σου καταλογίζουν οι απανταχού ταλιμπάν του χριστιανισμού ανά την Ευρώπη οτι συνέβαλες καθοριστικά στην αποκαθήλωση των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολειά μας (sic). Εξάλλου, δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από έναν δικαστή να εφαρμόσει το νόμο και να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν κινδυνεύει η μετά θάνατον καλοπέραση του, έτσι δεν είναι; Ωστόσο, για να είμαστε και ρεαλιστές, δεν πρέπει να αψηφούμε και το γεγονός οτι και οι δικαστές είναι άνθρωποι και οπωσδήποτε επηρεάστηκαν από το οτι υπέρ της Ιταλίας παρενέβησαν δικονομικά και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη (φυσικά και η Ελλάδα μεταξύ τους, δεν ρωτάνε τέτοια πράγματα).  

            Αφήνοντας στην άκρη παρωπίδες και ακρότητες, και ανάγοντας τα σχετικά δεδομένα και συμπεράσματα στην ελληνική πραγματικότητα, θεωρούμε οτι η υπόθεση της ανάρτησης του συμβόλου του σταυρού σε δημόσιες σχολικές αίθουσες (και όχι μόνο) είναι απροσχημάτιστη μεροληψία και προσηλυτισμός που συστηματικά διενεργεί η ελληνική πολιτεία υπέρ της «ελληνικής» θρησκείας (. . .ναι, της γνωστής και σεσημασμένης) εις βάρος των υπολοίπων θρησκευμάτων διαστρεβλώνοντας ερμηνευτικά τις σχετικές συνταγματικές επιταγές και εξαργυρώνοντας μέχρι κεραίας το εφεύρημα της επικρατούσας θρησκείας εφαρμοζοντας την ελληνικού τύπου ισότητα που συμπυκνώνεται στη φράση «. . . ε, δεν είμαστε και όλοι το ίδιο. Κάποιοι είμαστε πιό ίσοι από τους άλλους». Και βέβαια, όλα τα ανωτέρω χωρίς να εκληφθούν γελοίες απόψεις του τύπου «ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα», προερχόμενες από αγράμματους μορφωτικά αλλά κυρίως κοινώνικα ανθυπανθρώπους. Εξάλλου, είναι δυνατόν μία θρησκεία να προβάλλεται συνεχώς μέσω του κυρίαρχου συμβόλου της από την ελληνική πολιτεία σε όλες τις εκφάνσεις της και να μην θεωρήσει ο οποιοσδήποτε που διαμένει έστω και προσωρινά στο κράτος – συνέχεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας οτι το ορθόδοξο δόγμα είναι το εγκεκριμένο και το ευκταίο για το σωστό Έλληνα πολίτη και η Εκκλησία σαν θεσμός αλλά και χώρος the place to be? Η απάντηση τελικά δεν είναι και τόσο προφανής.   

        Περιττό να σημειώσουμε, οτι η ανωτέρω απόφαση σκόρπισε ρίγη συγκίνησης στο χριστεπώνυμο πλήθος της χώρας μας και έκανε το ποίμνιο να ομιλεί περί «ισχυρού πλήγματος εις τας τάξεις του αθεϊσμού και της παγκοσμιοποιήσεως», πάντα κατόπιν της «αντικειμενικής» και ελληνοχριστιανικού τύπου πληροφόρησης πάσης φύσεως πατέρων, πρεσβυτέρων, πρωτοσύγκελων και αρχιμανδριτών.
            Ορθοδοξία (δε βαριέσαι τώρα . . .) ή θάνατος ακόμη και για τους πεφωτισμένους του ΕΔΔΑ. Το ‘κανες το θαύμα σου Παναγιά μου!
           
Σε κάθε περίπτωση, για ενδελεχή μελέτη και προσέγγιση: http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?item=1&portal=hbkm&action=html&highlight=Lautsi&sessionid=72423376&skin=hudoc-en

Υ.Γ. Εύφημος μνεία στους δύο δικαστές της συνθέσεως που μειοψήφησαν διατυπώνοντας ένα συμπαγές σκεπτικό – οδηγό για την προστασία των θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρακαταθήκη για μελλοντικές προσφυγές.